Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calme
01
ήρεμος, γαλήνιος
qui n'est pas agité, tranquille, sans bruit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus calme
συγκριτικός βαθμός
plus calme
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
calme
αρσενικό πληθυντικό
calmes
θηλυκό ενικό
calme
θηλυκό πληθυντικό
calmes
Παραδείγματα
Le parc est calme ce matin.
Το πάρκο είναι ήσυχο σήμερα το πρωί.
02
qui ne fait pas de bruit, silencieux
Παραδείγματα
La salle de classe est calme pendant l'examen.
Le calme
01
ηρεμία, γαλήνη
état de tranquillité, absence d'agitation ou de stress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il garde son calme même dans les situations difficiles.
Διατηρεί την ηρεμία του ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις.
02
ειρήνη, ηρεμία
état de paix et de tranquillité, sans stress ni bruit
Παραδείγματα
J'aime le calme de la campagne.
Μου αρέσει η ηρεμία της ύπαιθρου.



























