Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calme
01
ήρεμος, γαλήνιος
qui n'est pas agité, tranquille, sans bruit
Παραδείγματα
La nuit est calme dans ce village.
Η νύχτα είναι ήσυχη σε αυτό το χωριό.
02
ήρεμος, σιωπηλός
qui ne fait pas de bruit, silencieux.
Παραδείγματα
La maison est calme la nuit.
Το σπίτι είναι ήσυχο τη νύχτα.
Le calme
[gender: masculine]
01
ηρεμία, γαλήνη
état de tranquillité, absence d'agitation ou de stress
Παραδείγματα
Trouver le calme intérieur est essentiel pour la méditation.
Η εύρεση της εσωτερικής ηρεμίας είναι απαραίτητη για τον διαλογισμό.
02
ειρήνη, ηρεμία
état de paix et de tranquillité, sans stress ni bruit
Παραδείγματα
Ils apprécient le calme de la forêt.
Εκτιμούν την ηρεμία του δάσους.



























