Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cachet
01
σφραγίδα, σφραγίς
marque ou sceau servant à authentifier ou à fermer un document ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cachets
Παραδείγματα
Le notaire a apposé son cachet sur le contrat.
Ο συμβολαιογράφος έβαλε τη σφραγίδα του στη σύμβαση.
02
δισκίο, χάπι
petite dose solide de médicament à avaler
Παραδείγματα
Le médecin m'a donné un cachet pour la douleur.
Ο γιατρός μου έδωσε ένα χάπι για τον πόνο.
03
χαρακτήρας, ξεχωριστό γνώρισμα
caractère particulier qui donne de la valeur ou du charme à quelque chose
Παραδείγματα
Cette maison ancienne a beaucoup de cachet.
Αυτό το παλιό σπίτι έχει πολύ cachet.
04
αμοιβή, αποζημίωση
rémunération reçue pour une prestation artistique ou professionnelle
Παραδείγματα
L'acteur a reçu un cachet important pour ce film.
Ο ηθοποιός έλαβε ένα σημαντικό αποτέλεσμα για αυτήν την ταινία.



























