Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cacher
01
κρύβω, αποκρύπτω
mettre quelque chose hors de vue pour qu'on ne le voie pas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cachons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cacherai
παθητική μετοχή
caché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cachions
Παραδείγματα
Elle cache ses bijoux pour qu' on ne les vole pas.
Αυτή κρύβει τα κοσμήματά της για να μην κλαπούν.
02
κρύβω, καλύπτω
mettre quelque chose devant un objet pour qu'on ne le voie pas
Παραδείγματα
Les arbres cachent la maison de la route.
Τα δέντρα κρύβουν το σπίτι από το δρόμο.
03
κρύβω, αποκρύπτω
ne pas montrer ou révéler quelque chose
Παραδείγματα
Il cache ses erreurs au travail.
Κρύβει τα λάθη του στη δουλειά.



























