cadet
Pronunciation
/kadɛ/

Ορισμός και σημασία του "cadet"στα γαλλικά

01

νεότερος, μικρότερος

qui est plus jeune ou plus petit en âge ou en rang
example
Παραδείγματα
Le joueur cadet a remplacé un titulaire.
Ο νεότερος παίκτης αντικατέστησε έναν βασικό.
Le cadet
[female form: cadette][gender: masculine]
01

το νεότερο παιδί, ο μικρότερος

enfant le plus jeune d'une famille
example
Παραδείγματα
Son cadet est plus réservé que l' aîné.
Ο νεότερος γιος του είναι πιο συνεσταλμένος από τον μεγαλύτερο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store