cadet
ca
ka
ka
det
de

Ορισμός και σημασία του "cadet"στα γαλλικά

01

νεότερος, μικρότερος

qui est plus jeune ou plus petit en âge ou en rang
Παραδείγματα
Le joueur cadet a remplacé un titulaire.
Ο νεότερος παίκτης αντικατέστησε έναν βασικό.
Le cadet
[gender: masculine]
01

το νεότερο παιδί, ο μικρότερος

enfant le plus jeune d'une famille
Παραδείγματα
Son cadet est plus réservé que l' aîné.
Ο νεότερος γιος του είναι πιο συνεσταλμένος από τον μεγαλύτερο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store