Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cadet
01
νεότερος, μικρότερος
qui est plus jeune ou plus petit en âge ou en rang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cadet
αρσενικό πληθυντικό
cadets
θηλυκό ενικό
cadette
θηλυκό πληθυντικό
cadettes
θεματικό πεδίο
âge, rang, famille
Παραδείγματα
Mon frère cadet a dix ans.
Ο μικρότερος αδερφός μου μικρότερος είναι δέκα ετών.
Le cadet
01
το νεότερο παιδί, ο μικρότερος
enfant le plus jeune d'une famille
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cadets
αρσενικό ενικό
cadet
θηλυκό ενικό
cadette
neutral form
benjamin
Παραδείγματα
Le cadet de la famille étudie à l'université.
Ο μικρότερος της οικογένειας σπουδάζει στο πανεπιστήμιο.



























