cacher
ca
ka
ka
cher
ʃe
she
cachetercrachercochercasher

Ορισμός και σημασία του "cacher"στα γαλλικά

cacher
01

κρύβω, αποκρύπτω

mettre quelque chose hors de vue pour qu'on ne le voie pas 
cacher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cachons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cacherai
παθητική μετοχή
caché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cachions
Παραδείγματα
Il cache son cadeau sous le lit. 

Κρύβει το δώρο του κάτω από το κρεβάτι.

02

κρύβω, καλύπτω

mettre quelque chose devant un objet pour qu'on ne le voie pas 
cacher definition and meaning
Παραδείγματα
Le rideau cache la fenêtre. 

Κρύβω σημαίνει να βάζω κάτι μπροστά από ένα αντικείμενο για να μην φαίνεται.

03

κρύβω, αποκρύπτω

ne pas montrer ou révéler quelque chose 
Παραδείγματα
Elle cache son âge. 

Αυτή κρύβει την ηλικία της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store