Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cacher
01
κρύβω, αποκρύπτω
mettre quelque chose hors de vue pour qu'on ne le voie pas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cachons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cacherai
παθητική μετοχή
caché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cachions
Παραδείγματα
Il cache son cadeau sous le lit.
Κρύβει το δώρο του κάτω από το κρεβάτι.
02
κρύβω, καλύπτω
mettre quelque chose devant un objet pour qu'on ne le voie pas
Παραδείγματα
Le rideau cache la fenêtre.
Κρύβω σημαίνει να βάζω κάτι μπροστά από ένα αντικείμενο για να μην φαίνεται.
03
κρύβω, αποκρύπτω
ne pas montrer ou révéler quelque chose
Παραδείγματα
Elle cache son âge.
Αυτή κρύβει την ηλικία της.



























