bûcher
Pronunciation
/byʃe/

Ορισμός και σημασία του "bûcher"στα γαλλικά

bûcher
01

μελετώ εντατικά, διαβάζω σκληρά

étudier intensivement et avec sérieux, souvent pour un examen
bûcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bûche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bûchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bûcherai
ενεστώτα μετοχή
bûchant
παθητική μετοχή
bûché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bûchions
Παραδείγματα
Ils bûchent ensemble avant les examens finaux.
Μελετούν μαζί σκληρά πριν από τις τελικές εξετάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store