Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bûcher
01
μελετώ εντατικά, διαβάζω σκληρά
étudier intensivement et avec sérieux, souvent pour un examen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bûche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bûchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bûcherai
ενεστώτα μετοχή
bûchant
παθητική μετοχή
bûché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bûchions
Παραδείγματα
Ils bûchent ensemble avant les examens finaux.
Μελετούν μαζί σκληρά πριν από τις τελικές εξετάσεις.



























