la bêtise
bêtise
bɛt͡sɪz
betsiz

Ορισμός και σημασία του "bêtise"στα γαλλικά

01

βλακεία, ανόητη πράξη

action ou pensée dépourvue de bon sens ou d'intelligence 
la bêtise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bêtises
Παραδείγματα
Il a reconnu sa bêtise. 

Αναγνώρισε την βλακεία του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store