Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bêtise
[gender: feminine]
01
βλακεία, ανόητη πράξη
action ou pensée dépourvue de bon sens ou d'intelligence
Παραδείγματα
La bêtise humaine est parfois surprenante.
Η ανθρώπινη βλακεία είναι μερικές φορές εκπληκτική.



























