Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bâtir
01
χτίζω, οικοδομώ
construire un bâtiment ou une structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bâtis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bâtissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bâtirai
ενεστώτα μετοχή
bâtissant
παθητική μετοχή
bâti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bâtissions
Παραδείγματα
Ils bâtissent une maison au bord de la rivière.
Χτίζουν ένα σπίτι στην όχθη του ποταμού.
02
χτίζω, ιδρύω
créer ou établir quelque chose sur des bases solides
Παραδείγματα
Ils veulent bâtir une amitié durable.
Θέλουν να χτίσουν μια διαρκή φιλία.



























