bâtir
bâtir
bɑt͡siʁ
baatsir
bâter

Ορισμός και σημασία του "bâtir"στα γαλλικά

bâtir
01

χτίζω, οικοδομώ

construire un bâtiment ou une structure 
bâtir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bâtis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bâtissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bâtirai
ενεστώτα μετοχή
bâtissant
παθητική μετοχή
bâti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bâtissions
Παραδείγματα
Ils bâtissent une maison au bord de la rivière. 

Χτίζουν ένα σπίτι στην όχθη του ποταμού.

02

χτίζω, ιδρύω

créer ou établir quelque chose sur des bases solides 
bâtir definition and meaning
Παραδείγματα
Ils veulent bâtir une amitié durable. 

Θέλουν να χτίσουν μια διαρκή φιλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store