Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bâtir
01
χτίζω, οικοδομώ
construire un bâtiment ou une structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bâtis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bâtissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bâtirai
ενεστώτα μετοχή
bâtissant
παθητική μετοχή
bâti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bâtissions
Παραδείγματα
Les habitants ont bâti une école pour les enfants.
Οι κάτοικοι έκτισαν ένα σχολείο για τα παιδιά.
02
χτίζω, ιδρύω
créer ou établir quelque chose sur des bases solides
Παραδείγματα
Ensemble, ils ont bâti une société prospère.
Μαζί, έχτισαν μια ευημερούσα κοινωνία.



























