Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bâtiment
01
κτίριο, οικοδόμημα
structure construite avec des matériaux durables pour loger des personnes, des activités ou stocker des biens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bâtiments
Παραδείγματα
Le bâtiment est construit en béton et en verre.
Το κτίριο είναι χτισμένο από μπετόν και γυαλί.



























