la brûlure
brû
bʁy
bry
lure
lyʁ
lyr

Ορισμός και σημασία του "brûlure"στα γαλλικά

01

έγκαυμα, θερμική βλάβη

dommage à la peau causé par la chaleur, le feu, des produits chimiques ou l'électricité 
la brûlure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
brûlures
Παραδείγματα
La brûlure sur son bras est très douloureuse. 

Το έγκαυμα στο χέρι της είναι πολύ οδυνηρό.

02

αίσθημα καύσου, καψίματος

sensation de douleur vive ou de picotement sur la peau ou une muqueuse 
Παραδείγματα
La brûlure dans sa gorge est très forte. 

Η καύση στο λαιμό της είναι πολύ δυνατή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store