Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La brûlure
01
έγκαυμα, θερμική βλάβη
dommage à la peau causé par la chaleur, le feu, des produits chimiques ou l'électricité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
brûlures
Παραδείγματα
Une brûlure peut provoquer des cloques sur la peau.
Ένα έγκαυμα μπορεί να προκαλέσει φουσκάλες στο δέρμα.
02
αίσθημα καύσου, καψίματος
sensation de douleur vive ou de picotement sur la peau ou une muqueuse
Παραδείγματα
La brûlure disparaît généralement après quelques minutes.
Το κάψιμο συνήθως εξαφανίζεται μετά από λίγα λεπτά.



























