Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brutal
01
βάρβαρος, βίαιος
violent, qui fait usage de force physique ou de violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brutal
συγκριτικός βαθμός
plus brutal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brutal
αρσενικό πληθυντικό
brutaux
θηλυκό ενικό
brutale
θηλυκό πληθυντικό
brutales
Παραδείγματα
Il a reçu un coup brutal pendant le match.
Έλαβε ένα βίαιο χτύπημα κατά τη διάρκεια του αγώνα.
02
βάρβαρος, σκληρός
direct, sévère, sans ménagement dans les paroles ou les actions
Παραδείγματα
Sa critique a été brutale mais honnête.
Η κριτική του ήταν βάρβαρη αλλά ειλικρινής.
03
απότομος, απρόσμενος
soudain, inattendu, qui se produit rapidement
Παραδείγματα
Il a ressenti un changement brutal de température.
Ένιωσε μια αιφνίδια αλλαγή της θερμοκρασίας.



























