brutal
bru
bʁy
bry
tal
tal
tal
finaleGallesmoellemygale

Ορισμός και σημασία του "brutal"στα γαλλικά

01

βάρβαρος, βίαιος

violent, qui fait usage de force physique ou de violence 
brutal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brutal
συγκριτικός βαθμός
plus brutal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brutal
αρσενικό πληθυντικό
brutaux
θηλυκό ενικό
brutale
θηλυκό πληθυντικό
brutales
Παραδείγματα
Il a reçu un coup brutal pendant le match. 

Έλαβε ένα βίαιο χτύπημα κατά τη διάρκεια του αγώνα.

02

βάρβαρος, σκληρός

direct, sévère, sans ménagement dans les paroles ou les actions 
Παραδείγματα
Sa critique a été brutale mais honnête. 

Η κριτική του ήταν βάρβαρη αλλά ειλικρινής.

03

απότομος, απρόσμενος

soudain, inattendu, qui se produit rapidement 
Παραδείγματα
Il a ressenti un changement brutal de température. 

Ένιωσε μια αιφνίδια αλλαγή της θερμοκρασίας.

Λεξικό Δέντρο

brutal
brut
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store