Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le brouillon
01
προσχέδιο, σκίτσο
version préliminaire d'un texte ou d'un document comportant des modifications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
brouillons
Παραδείγματα
J'ai jeté mon premier brouillon dans la corbeille.
brouillon
01
ακατάστατος, χαοτικός
qui manque d'ordre et de méthode, caractérisé par la confusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brouillon
συγκριτικός βαθμός
plus brouillon
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brouillon
αρσενικό πληθυντικό
brouillons
θηλυκό ενικό
brouillonne
θηλυκό πληθυντικό
brouillonnes
Παραδείγματα
Son écriture brouillon est difficile à déchiffrer.
Η προσχέδιο γραφή του είναι δύσκολη στην αποκρυπτογράφηση.



























