le brouillard
brouill
bʁʊj
μπρουγ
ard
aʁ
αρ

Ορισμός και σημασία του "brouillard"στα γαλλικά

01

ομίχλη, καταχνιά

nuage très bas qui réduit la visibilité 
le brouillard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
brouillards
Παραδείγματα
Le brouillard couvre la vallée ce matin. 

Η ομίχλη καλύπτει την κοιλάδα σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store