braire
braire
bʁaɛ̯ʁ
braer
braise

Ορισμός και σημασία του "braire"στα γαλλικά

braire
01

κραυγάζω, κραυγάζω σαν γάιδαρος

pousser le cri de l'âne ou du mulet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brairai
παθητική μετοχή
brayé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brayions
Παραδείγματα
L'âne brait dans le champ. 

Ο γάιδαρος κραυγάζει στο χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store