Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bon sens
01
σωστή κατεύθυνση, κατάλληλη πορεία
la direction correcte ou appropriée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bons sens
Παραδείγματα
Il a orienté le projet dans le bon sens.
Κατεύθυνε το έργο στη σωστή κατεύθυνση.
02
κοινή λογική, συνετότητα
la capacité de juger correctement et de prendre des décisions raisonnables
Παραδείγματα
Il a utilisé le bon sens pour résoudre le problème.
Χρησιμοποίησε την κοινή λογική για να λύσει το πρόβλημα.



























