le bon sens
bon
bɔ̃
baw
sens
sɑ̃s
saas

Ορισμός και σημασία του "bon sens"στα γαλλικά

01

σωστή κατεύθυνση, κατάλληλη πορεία

la direction correcte ou appropriée 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bons sens
Παραδείγματα
Il a orienté le projet dans le bon sens. 

Κατεύθυνε το έργο στη σωστή κατεύθυνση.

02

κοινή λογική, συνετότητα

la capacité de juger correctement et de prendre des décisions raisonnables 
Παραδείγματα
Il a utilisé le bon sens pour résoudre le problème. 

Χρησιμοποίησε την κοινή λογική για να λύσει το πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store