la bombe
Pronunciation
/bɔ̃b/

Ορισμός και σημασία του "bombe"στα γαλλικά

01

βόμβα, εκρηκτικό

objet explosif qui cause des dégâts quand il explose
la bombe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bombes
Παραδείγματα
Une bombe peut causer beaucoup de dégâts.
Μια βόμβα μπορεί να προκαλέσει πολλές ζημιές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store