blessé
blessé
blɛse
blese
cesserpresséstressépresser

Ορισμός και σημασία του "blessé"στα γαλλικά

01

τραυματισμένος, πληγωμένος

qui a reçu une atteinte au corps ou aux sentiments 
blessé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus blessé
συγκριτικός βαθμός
plus blessé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
blessé
αρσενικό πληθυντικό
blessés
θηλυκό ενικό
blessée
θηλυκό πληθυντικό
blessées
Παραδείγματα
Le soldat est blessé à la jambe. 

Ο στρατιώτης είναι τραυματισμένος στο πόδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store