blanchir
blanchir
blɑ̃ʃiʁ
blaashir

Ορισμός και σημασία του "blanchir"στα γαλλικά

blanchir
01

ασπρίζω, λευκαίνω

rendre quelque chose plus blanc 
blanchir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
blanchis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
blanchissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
blanchirai
ενεστώτα μετοχή
blanchissant
παθητική μετοχή
blanchi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
blanchissions
Παραδείγματα
Elle blanchit ses draps avec de l'eau de Javel. 

Αποχρωματίζει τα σεντόνια της με χλώριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store