Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bien conservé
01
καλά διατηρημένος, φαίνεται νεότερος από την πραγματική ηλικία του
qui paraît plus jeune que son âge réel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bien conservé
συγκριτικός βαθμός
plus bien conservé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien conservé
αρσενικό πληθυντικό
bien conservés
θηλυκό ενικό
bien conservée
θηλυκό πληθυντικό
bien conservées
Παραδείγματα
Les stars sont souvent bien conservées grâce aux soins.
Οι σταρ είναι συχνά καλά διατηρημένες χάρη στις θεραπείες.



























