Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bien bâti
01
καλοφτιαγμένος, αρμονικά χτισμένος
qui a une belle morphologie harmonieuse et athlétique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bien bâti
συγκριτικός βαθμός
plus bien bâti
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien bâti
αρσενικό πληθυντικό
bien bâtis
θηλυκό ενικό
bien bâtie
θηλυκό πληθυντικό
bien bâties
Παραδείγματα
Les statues grecques représentent des corps parfaitement bien bâtis.
Τα ελληνικά αγάλματα απεικονίζουν καλά χτισμένα σώματα.



























