Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bibliothèque
[gender: feminine]
01
βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο
lieu où l'on peut lire, emprunter ou consulter des livres et d'autres documents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bibliothèques
Παραδείγματα
La bibliothèque ferme à 18 heures.
Η βιβλιοθήκη κλείνει στις 18:00.
02
προσωπική βιβλιοθήκη, ιδιωτική βιβλιοθήκη
meuble ou pièce contenant les livres d'une personne chez elle
Παραδείγματα
J' ai besoin de plus d' espace pour ma bibliothèque.
Χρειάζομαι περισσότερο χώρο για τη βιβλιοθήκη μου.



























