Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baser
01
σταθμεύω, εγκαθιστώ
installer une organisation, une personne ou une activité dans un lieu
Παραδείγματα
L'armée a basé ses troupes près de la frontière.
Ο στρατός εγκατέστησε τα στρατεύματά του κοντά στα σύνορα.
02
βασίζω σε, στηρίζω σε
utiliser quelque chose comme support, point de départ ou justification
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
base
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
basons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baserai
παθητική μετοχή
basé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
basions
Παραδείγματα
Ils basent leur décision sur des faits réels.
Αυτοί βασίζουν την απόφασή τους σε πραγματικά γεγονότα.
LanGeek



























