baser
ba
bɑ
μπα
ser
ze
ζε
baverbayerbaiserbraser

Ορισμός και σημασία του "baser"στα γαλλικά

01

σταθμεύω, εγκαθιστώ

installer une organisation, une personne ou une activité dans un lieu 
baser definition and meaning
Παραδείγματα
L'armée a basé ses troupes près de la frontière. 

Ο στρατός εγκατέστησε τα στρατεύματά του κοντά στα σύνορα.

02

βασίζω σε, στηρίζω σε

utiliser quelque chose comme support, point de départ ou justification 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
base
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
basons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baserai
παθητική μετοχή
basé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
basions
Παραδείγματα
Ils basent leur décision sur des faits réels. 

Αυτοί βασίζουν την απόφασή τους σε πραγματικά γεγονότα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store