Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le basse
01
μπάσο, μπάσο κιθάρα
instrument de musique à cordes, souvent utilisé dans les groupes pour jouer les notes graves, comme la guitare basse ou la contrebasse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
basses
Παραδείγματα
Les élèves de musique pratiquent la basse tous les jours.
Οι μαθητές μουσικής εξασκούνται στο μπάσο κάθε μέρα.
basse
01
χαμηλός, βαθύς
qui a un son grave ou profond
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
la plus basse
συγκριτικός βαθμός
plus basse
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bas
αρσενικό πληθυντικό
bas
θηλυκό ενικό
basse
θηλυκό πληθυντικό
basses
Παραδείγματα
Le saxophone basse a un timbre très riche.
Το σαξόφωνο μπάσου έχει πολύ πλούσιο ηχόχρωμα.



























