Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le banquet
[gender: masculine]
01
συμπόσιο, γλέντι
repas officiel ou solennel, souvent organisé pour une occasion particulière et avec de nombreux invités
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
banquets
Παραδείγματα
Le banquet a duré plusieurs heures avec des discours et des toasts.
Το συμπόσιο διήρκεσε αρκετές ώρες με ομιλίες και προπόσεις.



























