Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
balnéaire
01
παραθαλάσσιος, λιμενικός
relatif aux bains de mer ou aux activités liées au bord de mer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
balnéaire
αρσενικό πληθυντικό
balnéaires
θηλυκό ενικό
balnéaire
θηλυκό πληθυντικό
balnéaires
Παραδείγματα
Une station balnéaire très fréquentée en été.
Ένα πολύ δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο το καλοκαίρι.



























