Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
banal
01
κοινότοπος, συνηθισμένος
qui est très commun, sans originalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus banal
συγκριτικός βαθμός
plus banal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
banal
αρσενικό πληθυντικό
banals
θηλυκό ενικό
banale
θηλυκό πληθυντικό
banales
Παραδείγματα
Elle aime lire des romans banals pour se détendre.
Της αρέσει να διαβάζει κοινότυπα μυθιστορήματα για να χαλαρώσει.
Λεξικό Δέντρο
banal
ban



























