Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
banal
01
κοινότοπος, συνηθισμένος
qui est très commun, sans originalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus banal
συγκριτικός βαθμός
plus banal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
banal
αρσενικό πληθυντικό
banals
θηλυκό ενικό
banale
θηλυκό πληθυντικό
banales
θεματικό πεδίο
originalité, caractère, qualité
Παραδείγματα
C'est une histoire banale que tout le monde connaît.
Είναι μια κοινότυπη ιστορία που όλοι γνωρίζουν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
banal
ban



























