banal
ba
ba
ba
nal
nal
nal
bancal

Ορισμός και σημασία του "banal"στα γαλλικά

01

κοινότοπος, συνηθισμένος

qui est très commun, sans originalité 
banal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus banal
συγκριτικός βαθμός
plus banal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
banal
αρσενικό πληθυντικό
banals
θηλυκό ενικό
banale
θηλυκό πληθυντικό
banales
Παραδείγματα
C'est une histoire banale que tout le monde connaît. 

Είναι μια κοινότυπη ιστορία που όλοι γνωρίζουν.

Λεξικό Δέντρο

banal
ban
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store