Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le baiser
01
φιλί, ασπασμός
contact affectueux ou amoureux des lèvres sur quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
baisers
Παραδείγματα
Elle lui a donné un baiser sur la joue.
Του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
baiser
01
φιλώ, δίνω ένα φιλί
donner un baiser à quelqu'un
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
Il baisa la main de la comtesse avec respect.
02
γαμάω, πηδάω
avoir des relations sexuelles avec quelqu'un
ανεπίσημο
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
baise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
baisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baiserai
παθητική μετοχή
baisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
baisions
Παραδείγματα
Ils ont baisé hier soir.
Έκαναν σεξ χθες το βράδυ.



























