Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bafouiller
01
τραυλίζω, γογγύζω
dire quelque chose de façon confuse, en hésitant ou en mélangeant les mots
Παραδείγματα
Il bafouillait ses phrases en essayant de se faire comprendre.
Τραύλιζε τις προτάσεις του προσπαθώντας να γίνει κατανοητός.



























