bafouiller
Pronunciation
/bafujˈe/

Ορισμός και σημασία του "bafouiller"στα γαλλικά

bafouiller
01

τραυλίζω, γογγύζω

dire quelque chose de façon confuse, en hésitant ou en mélangeant les mots
bafouiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bafouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bafouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bafouillerai
ενεστώτα μετοχή
bafouillant
παθητική μετοχή
bafouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bafouillions
Παραδείγματα
Il bafouillait ses phrases en essayant de se faire comprendre.
Τραύλιζε τις προτάσεις του προσπαθώντας να γίνει κατανοητός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store