Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avouer
01
ομολογώ, παραδέχομαι
dire la vérité ou reconnaître quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
avoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avouerai
ενεστώτα μετοχή
avouant
παθητική μετοχή
avoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avouions
Παραδείγματα
Il a dû avouer qu' il avait menti.
Έπρεπε να ομολογήσει ότι είχε πει ψέματα.



























