avouer
Pronunciation
/avwe/

Ορισμός και σημασία του "avouer"στα γαλλικά

avouer
01

ομολογώ, παραδέχομαι

dire la vérité ou reconnaître quelque chose
avouer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
avoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avouerai
ενεστώτα μετοχή
avouant
παθητική μετοχή
avoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avouions
Παραδείγματα
Il a dû avouer qu' il avait menti.
Έπρεπε να ομολογήσει ότι είχε πει ψέματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store