avérer
Pronunciation
/aveʁˈe/

Ορισμός και σημασία του "avérer"στα γαλλικά

avérer
01

αποδεικνύομαι, αποδεικνύω

se montrer comme vrai ou correct après vérification
avérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
avère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avérerai
παθητική μετοχή
avéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avérions
Παραδείγματα
Le résultat s' avère conforme aux attentes.
Το αποτέλεσμα αποδεικνύεται σύμφωνο με τις προσδοκίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store