avérer
avérer
aveʁe
avere
aérer

Ορισμός και σημασία του "avérer"στα γαλλικά

avérer
01

αποδεικνύομαι, αποδεικνύω

se montrer comme vrai ou correct après vérification 
avérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
avère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avérerai
παθητική μετοχή
avéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avérions
Παραδείγματα
Le projet s'avère plus compliqué que prévu. 

Το έργο αποδεικνύεται πιο περίπλοκο από το αναμενόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store