Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avérer
01
αποδεικνύομαι, αποδεικνύω
se montrer comme vrai ou correct après vérification
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
avère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avérerai
παθητική μετοχή
avéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avérions
Παραδείγματα
Le résultat s' avère conforme aux attentes.
Το αποτέλεσμα αποδεικνύεται σύμφωνο με τις προσδοκίες.



























