Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avérer
01
αποδεικνύομαι, αποδεικνύω
se montrer comme vrai ou correct après vérification
Παραδείγματα
Le résultat s' avère conforme aux attentes.
Το αποτέλεσμα αποδεικνύεται σύμφωνο με τις προσδοκίες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποδεικνύομαι, αποδεικνύω