Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aveu
[gender: masculine]
01
ομολογία, εξομολόγηση
action de reconnaître ou de déclarer sa faute ou un fait
Παραδείγματα
L' aveu de ses erreurs l' a rendu plus humain.
Η ομολογία των λαθών του τον έκανε πιο ανθρώπινο.



























