Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aveu
01
ομολογία, εξομολόγηση
action de reconnaître ou de déclarer sa faute ou un fait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aveux
Παραδείγματα
Il a fait un aveu de culpabilité devant le juge.
Έκανε ομολογία ενοχής μπροστά στον δικαστή.



























