l'avenue
a
a
a
ve
nue
ny
ny

Ορισμός και σημασία του "avenue"στα γαλλικά

01

λεωφόρος, αλεξάνδρας

large rue souvent bordée d'arbres dans une ville 
l'avenue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
avenues
Παραδείγματα
L'avenue est décorée pour les fêtes. 

Η λεωφόρος είναι διακοσμημένη για τις γιορτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store