auxiliaire
aux
ok
ok
il
sil
sil
iaire
jɛʁ
yer
adversairetaupinièremusculairehémisphère

Ορισμός και σημασία του "auxiliaire"στα γαλλικά

auxiliaire
01

βοηθητικός, συμπληρωματικός

verbe utilisé avec un autre verbe pour exprimer le temps, le mode ou la voix 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
auxiliaire
αρσενικό πληθυντικό
auxiliaires
θηλυκό ενικό
auxiliaire
θηλυκό πληθυντικό
auxiliaires
Παραδείγματα
Être et avoir sont des auxiliaires en français. 

Το 'είμαι' και το 'έχω' είναι βοηθητικά ρήματα στα γαλλικά.

01

βοηθός, υποβοηθός

ce qui fournit un soutien ou une assistance à quelqu'un ou quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
auxiliaires
Παραδείγματα
Les pompiers sont des auxiliaires lors des catastrophes. 

Οι πυροσβέστες είναι βοηθητικοί κατά τις καταστροφές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store