l'audience
audience
odjɑ̃s
odyaas

Ορισμός και σημασία του "audience"στα γαλλικά

01

κοινό, ακροατήριο

ensemble des personnes qui assistent à un événement, spectacle ou réunion 
l'audience definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
audiences
Παραδείγματα
L'audience était très attentive pendant la conférence. 

Το κοινό ήταν πολύ προσεκτικό κατά τη διάρκεια της διάσκεψης.

02

ακροαματική διαδικασία, συνεδρίαση

réunion officielle dans un tribunal où on entend les parties 
l'audience definition and meaning
Παραδείγματα
L'audience du procès aura lieu demain matin. 

Η ακρόαση της δίκης θα πραγματοποιηθεί αύριο το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store