Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'audience
[gender: feminine]
01
κοινό, ακροατήριο
ensemble des personnes qui assistent à un événement, spectacle ou réunion
Παραδείγματα
Une grande audience est attendue pour ce spectacle.
Μεγάλο κοινό αναμένεται για αυτή την παράσταση.
02
ακροαματική διαδικασία, συνεδρίαση
réunion officielle dans un tribunal où on entend les parties
Παραδείγματα
Tous les témoins doivent être présents à l' audience.
Όλοι οι μάρτυρες πρέπει να είναι παρόντες στην δικαστική ακρόαση.



























