l'audience
Pronunciation
/odjɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "audience"στα γαλλικά

01

κοινό, ακροατήριο

ensemble des personnes qui assistent à un événement, spectacle ou réunion
l'audience definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
audiences
Παραδείγματα
Une grande audience est attendue pour ce spectacle.
Μεγάλο κοινό αναμένεται για αυτή την παράσταση.
02

ακροαματική διαδικασία, συνεδρίαση

réunion officielle dans un tribunal où on entend les parties
l'audience definition and meaning
Παραδείγματα
Tous les témoins doivent être présents à l' audience.
Όλοι οι μάρτυρες πρέπει να είναι παρόντες στην δικαστική ακρόαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store