Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
audacieux
01
τολμηρός, θαρραλέος
qui ose prendre des risques, qui fait preuve de courage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus audacieux
συγκριτικός βαθμός
plus audacieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
audacieux
αρσενικό πληθυντικό
audacieux
θηλυκό ενικό
audacieuse
θηλυκό πληθυντικό
audacieuses
Παραδείγματα
C'est un grimpeur audacieux.
Είναι ένας τολμηρός αναρριχητής.
02
παράτολμος, απρόσεκτος
qui est téméraire, qui agit sans prudence
Παραδείγματα
Ce conducteur est trop audacieux.
Αυτός ο οδηγός είναι πολύ παρορμητικός.



























