auditionner
au
o
ο
dit
dis
ντισ
io
γο
nner
ne
νε
additionner

Ορισμός και σημασία του "auditionner"στα γαλλικά

auditionner
01

ακροάζομαι, δοκιμάζω

écouter, tester un candidat pour un rôle ou un poste artistique 
auditionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
auditionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
auditionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
auditionnerai
παθητική μετοχή
auditionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
auditionnions
Παραδείγματα
Le réalisateur auditionne vingt acteurs aujourd'hui. 

Ο σκηνοθέτης ακούει είκοσι ηθοποιούς σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store