Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'attribut
01
χαρακτηριστικό, ιδιότητα
trait, particularité qui distingue quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
attributs
Παραδείγματα
La patience est un attribut essentiel d'un bon professeur.
Η υπομονή είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό ενός καλού δασκάλου.
02
έμβλημα, χαρακτηριστικό σύμβολο
objet , marque ou symbole qui caractérise une personne, une fonction ou une chose
Παραδείγματα
La couronne est l'attribut du roi.
Το στέμμα είναι το χαρακτηριστικό του βασιλιά.
03
κατηγορούμενο, ονοματικό κατηγορούμενο
fonction grammaticale qui exprime une qualité ou un état du sujet (ou de l'objet) avec un verbe comme être, sembler , devenir
Παραδείγματα
Dans la phrase Paul est heureux, heureux est l'attribut du sujet.
Στην πρόταση ο Παύλος είναι ευτυχισμένος, ευτυχισμένος είναι το κατηγόρημα του υποκειμένου.



























