Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'attestation
01
πιστοποιητικό, βεβαίωση
document qui certifie un fait ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
attestations
Παραδείγματα
J'ai reçu une attestation de travail de mon employeur.
Έλαβα μια βεβαίωση εργασίας από τον εργοδότη μου.
02
μαρτυρία, βεβαίωση
déclaration ou témoignage confirmant un fait ou un événement
Παραδείγματα
Elle a donné son attestation devant le tribunal.
Έδωσε τη μαρτυρία της μπροστά στο δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
attestation
attestat



























