Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atterré
01
κατεσπασμένος, συγκλονισμένος
très surpris ou choqué par quelque chose de grave ou inattendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus atterré
συγκριτικός βαθμός
plus atterré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atterré
αρσενικό πληθυντικό
atterrés
θηλυκό ενικό
atterrée
θηλυκό πληθυντικό
atterrées
Παραδείγματα
Il est resté atterré en voyant les dégâts causés par l' orage.
Παραμένει κατατρομαγμένος βλέποντας τις ζημιές που προκάλεσε η καταιγίδα.



























