Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'attente
01
αναμονή, περίμενε
fait de rester en place ou de patienter pour quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'attente du bus a été longue ce matin.
Η αναμονή του λεωφορείου ήταν μεγάλη σήμερα το πρωί.
02
αναμονή, ελπίδα
fait d'espérer ou de s'attendre à un événement ou à un résultat
Παραδείγματα
L'attente d'un miracle lui donnait du courage.
Η αναμονή ενός θαύματος του έδινε θάρρος.



























