l'attente
attente
atɑ̃t
ataat
atteinte

Ορισμός και σημασία του "attente"στα γαλλικά

01

αναμονή, περίμενε

fait de rester en place ou de patienter pour quelqu'un ou quelque chose 
l'attente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'attente du bus a été longue ce matin. 

Η αναμονή του λεωφορείου ήταν μεγάλη σήμερα το πρωί.

02

αναμονή, ελπίδα

fait d'espérer ou de s'attendre à un événement ou à un résultat 
Παραδείγματα
L'attente d'un miracle lui donnait du courage. 

Η αναμονή ενός θαύματος του έδινε θάρρος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store