Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assommant
01
βαρετός, κουραστικός
qui ennuie ou fatigue par son comportement ou sa répétition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus assommant
συγκριτικός βαθμός
plus assommant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
assommant
αρσενικό πληθυντικό
assommants
θηλυκό ενικό
assommante
θηλυκό πληθυντικό
assommantes
Παραδείγματα
Il est assommant avec ses petites manies.
Είναι βαρετός με τις μικρές του συνήθειες.



























