assommant
assommant
asɔmɑ̃
asawmaa

Ορισμός και σημασία του "assommant"στα γαλλικά

01

βαρετός, κουραστικός

qui ennuie ou fatigue par son comportement ou sa répétition 
assommant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus assommant
συγκριτικός βαθμός
plus assommant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
assommant
αρσενικό πληθυντικό
assommants
θηλυκό ενικό
assommante
θηλυκό πληθυντικό
assommantes
Παραδείγματα
Il est assommant avec ses petites manies. 

Είναι βαρετός με τις μικρές του συνήθειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store