Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assez
01
αρκετά, ικανοποιητικά
en quantité suffisante, ni trop ni trop peu
Παραδείγματα
Tu as assez de sucre pour préparer le gâteau.
Έχεις αρκετή ζάχαρη για να ετοιμάσεις το κέικ.
02
αρκετά, επαρκώς
dans une certaine mesure, ni trop ni trop peu, souvent pour renforcer un adjectif ou adverbe
Παραδείγματα
Le livre est assez long mais facile à lire.
Το βιβλίο είναι αρκετά μακρύ αλλά εύκολο να διαβαστεί.



























