l'assassin
assassin
asasɛ̃
asase

Ορισμός και σημασία του "assassin"στα γαλλικά

01

δολοφόνος, φονιάς

personne qui tue quelqu' un délibérément et souvent secrètement 
l'assassin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
assassins
αρσενικό ενικό
assassin
θηλυκό ενικό
assassine
neutral form
meurtrier
Παραδείγματα
L'assassin a été arrêté par la police. 

Ο δολοφόνος συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store