aspirer
aspirer
aspɪʁe
aspire
espérer

Ορισμός και σημασία του "aspirer"στα γαλλικά

aspirer
01

επιθυμώ, ποθώ

désirer ou souhaiter fortement quelque chose 
aspirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aspire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aspirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aspirerai
ενεστώτα μετοχή
aspirant
παθητική μετοχή
aspiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aspirions
Παραδείγματα
Il aspire à une vie meilleure pour sa famille. 

Προσπαθεί για μια καλύτερη ζωή για την οικογένειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store