aspirer
Pronunciation
/aspiʀe/

Ορισμός και σημασία του "aspirer"στα γαλλικά

aspirer
01

επιθυμώ, ποθώ

désirer ou souhaiter fortement quelque chose
aspirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aspire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aspirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aspirerai
ενεστώτα μετοχή
aspirant
παθητική μετοχή
aspiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aspirions
Παραδείγματα
J' aspire à apprendre trois langues cette année.
Φιλοδοξώ να μάθω τρεις γλώσσες φέτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store