Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aspirer
01
επιθυμώ, ποθώ
désirer ou souhaiter fortement quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aspire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aspirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aspirerai
ενεστώτα μετοχή
aspirant
παθητική μετοχή
aspiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aspirions
Παραδείγματα
J' aspire à apprendre trois langues cette année.
Φιλοδοξώ να μάθω τρεις γλώσσες φέτος.



























